Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΤΩΝ 176 €

Δελτίο τύπου για την απόφαση του Αρ. Πάγου για τα 176€


Δημοσιεύτηκε η υπ' αρ. 588/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου/Τμήμα Β2, σύμφωνα με την οποία οι συμβασιούχοι πυροσβέστες δικαιούνται το επίδομα των 176 ευρώ. Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους συμβασιούχους πυροσβέστες, δεδομένου ότι οι περισσότεροι εξ αυτών έχουν καταθέσει αγωγές με τις οποίες διεκδικούν αναδρομικά το επίδομα των 176 ευρώ από το έτος 2002.
Η απόφαση δέχεται ότι «ο αποκλεισμός από την ειδική αυτή παροχή των συμβασιούχων πυροσβεστών για μόνο το λόγο ότι συνδέονται με το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλουν και προστατεύουν την ισότητα μεταξύ των εργαζομένων, διότι αποδεικνύεται ότι οι συμβασιούχοι πυροσβέστες παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους ίδιους εργασιακούς χώρους και υπό τις αυτές συνθήκες με το συνδεόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό, δηλαδή με εργαζομένους που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια και υπό τις αυτές συνθήκες εργασία, με μοναδική διαφοροποίηση μεταξύ τους το χρόνο διάρκειας της σύμβασης. Εξάλλου, καταλήγει η απόφαση, δεν αποδεικνύεται ότι η διαφοροποίηση ως προς τη χορήγηση της εν λόγω ειδικής παροχής επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος».
Με την απόφαση αυτή ανοίγει ο δρόμος για να γίνουν δεκτές από τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια οι αγωγές 5.500 συμβασιούχων πυροσβεστών υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή σημαντικών ποσών.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυροσβεστών Πυρόσβεσης Διάσωσης είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη αυτή με το νομικό της σύμβουλο Χρήστο Νικολουτσόπουλο, η οποία έγινε καθ' ολοκλήριαν δεκτή.
Ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κων/νος Παπαντώνης δήλωσε ότι «Με την απόφαση αυτή δικαιώνεται για μία ακόμη φορά ο αγώνας των συμβασιούχων πυροσβεστών, αφού γίνεται δεκτό ότι οι αποδοχές μας δεν πρέπει να διαφέρουν από αυτές του μονίμου προσωπικού εφ' όσον οι υπηρεσίες που προσφέρουμε δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτές των μονίμων συναδέλφων μας».
588/14-4-2011
Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου Συνεδρίαση: 18-1-2011 Αριθ. Πιν. 26
Αναιρεσείων: Ελληνικό Δημόσιο Αναιρεσίβλητος Παν. Αγγελής κ.λπ. Αντικείμενο: Ειδική Παροχή ν. 3016/2002 Αποτέλεσμα: αναιρεί εν μέρει για έναρξη τοκογονίας. Διάσκεψη: 21-03-2011 Δημοσίευση: 14-4-2011
Σχέδιο απόφασης του Εισηγητή Χριστόφορου Κοσμίδη, Αρεοπαγίτη
Αριθμός Απόφασης: 588/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ - ΚΑΘ' ΟΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Περικλή Αγγέλου.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) Παν. Αγγελή, 2).... 3).... 4).... και 59) Δημ. Νικολαϊδη, απάντων κατοίκων Λαυρίου Αττικής που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βώκουτου.
ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία «Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυρόσβεσης Διάσωσης - ΠΟΣΠΥΔ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.1.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 624/2003 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5963/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29.5.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 22.1.2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειοντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑΜ Ε ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 24.11.2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κοσμά Μήτση στο προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της από 12.11.2009 πρόσθετης παρέμβασης, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση της παρεμβαίνουσας, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, Χρήστο Νικολουτσόπουλο, προς του αναιρεσιβλήτους για να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9.2.2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (18.1.2011), η επίσπευση της συζήτησης της πρόσθετης παρέμβασης γίνεται από την παρεμβαίνουσα. Επομένως, παρά την απουσία αυτής, που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να εκφωνηθεί σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. α, γ' και δ', 568 παρ. 4, 576 παρ. 1).
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αρθρ. 1 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των Πρωτοδικείων που εκδικάζονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται να προσβληθούν με αίτηση αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο η παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει «οι_ Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, υποχρέωση του κοινού νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειριστεί κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Αν από το νόμο γίνει ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη που εισάγει την δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντιστυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε σε περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή ή σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη Δικαιοσύνη η αρχή της διάκριση των εξουσιών που θεσπίζονται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευνοϊκή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισηγείται δυσμενή διάκριση, χωρίς να επεκτείνουν την ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα ή δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο: «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο», διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευνοϊκή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/99 (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων ή συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήξει σε συλλογική συμφωνία, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ είτε (α) την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου είτε (β) την προώθηση σχετική νομοθετικής ρύθμισης του θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί η χρονική υλοποίηση της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθηση νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση.
Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 «Εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογικά και άλλες διατάξεις» ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το 2001. 2.- Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) Ευρώ. 3.- Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται των ποσών των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανόμενου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ0 κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002». Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγείται η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηναίως, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδίως ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 «αναμόρφωση μισθολογική προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» και ειδικώτερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι κρίσιμες για την υπ' όψη περίπτωση ΚΥΑ 2/42529/0022/2002 (ΦΕΚ 1128 Β/29.8.2002) και ΚΥΑ 2/42529/0022/22.8.2002 (ΦΕΚ 1266 Β'/27.9.2002). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους ή με σύμβαση εργαζομένους ιδίως ιδιωτικούς υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετημένους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερόμενες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο, επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2020 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1.1.2001 και σε 176 ευρώ από 1.7.2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και, τέλος, αναφέρουν ως δικαιούχους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της υπηρεσίας στην οποία αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγηση της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους, ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προστέθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων, με τις εκ των υστέρων εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνει στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν, πράγματι, πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα, σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα προσαύξησης, χωρίς άλλη προϋπόθεση, του μισθού όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογικού του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Επομένως, κάθε υπάλληλος, έστω και αν συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος σύμφωνα με της ως άνω διατάξεις, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού την εν λόγω παροχή, αφού μοναδικό στοιχείο θεμελίωσης της είναι η απασχόλησή του υπό το ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση αναιρετικώς ανέλεγκτη τα ακόλουθα: Οι εναγόντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εργάσθηκαν ως υπάλληλοι του Υπουργείου
Δημόσιας Τάξης, προσληφθέντες με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου για να καλύψουν πρόσκαιρες ανάγκες της πυροσβεστικής υπηρεσίας Λαυρίου, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 23.10.2002. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αμείφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2470/1997. Με την ΚΥΑ 2/42529/0022/2002, που εκδόθηκε προς υλοποίηση συλλογικής σύμβασης κατ' άρθρο 13 του ν. 2738/1999, χορηγήθηκε στους μονίμους ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, καθώς και στους αποσπασμένους τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, μηνιαία ειδική παροχή 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002. Την παραπάνω απόφαση ακολούθησε η ΚΥΑ 2/42529/0022/22.8.2002 με την ένδειξη «ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΕΙΨΗ» με την οποία διευκρινίστηκε ότι η ειδική μηνιαία αυτή παροχή χορηγείται στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης μόνο και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου. Έτσι, οι συνδεόμενοι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπως οι ενάγοντες, εξαιρέθηκαν από την ειδική αυτή μηνιαία παροχή. Ο αποκλεισμός όμως από την ειδική αυτή παροχή των εναγόντων για μόνο το λόγο ότι συνδέονται με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλουν και προστατεύουν την ισότητα μεταξύ των εργαζομένων, διότι αποδεικνύεται (σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας) ότι οι ενάγοντες παρείχαν ο καθένας τις υπηρεσίες του στους ίδιους εργασιακούς χώρους και υπό τις αυτές συνθήκες με το συνδεόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό, δηλαδή με εργαζομένους που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια και υπό τις αυτές συνθήκες εργασία, με μοναδική διαφοροποίηση μεταξύ τους το χρόνο διάρκειας της σύμβασης.
Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι η διαφοροποίηση ως προς τη χορήγηση της εν λόγω ειδικής παροχής επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους την ειδική παροχή. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με τα όσα δέχθηκε, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετέα πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της από 4.11.1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Το σύμφωνο αυτό εξυπηρετεί, πρωτίστως, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10.7.1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και διαλαμβάνει «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται και αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία. Για την ίδια αιτία η εν λόγω υπέρ του δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ. ΟλΑΠ 3/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου από την επίδοση της αγωγής, είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη, ως αντιβαίνουσα στις ως άνω συνταγματικές και λοιπές υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ή, κατόπιν αυτού, υποχρέωσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νόμιμους τόκους επί των αναφερομένων ποσών της ειδικής παροχής που οφείλεται στους αναιρεσίβλητους από το χρόνο προ της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα από την 29.8.2002, όταν με την ΚΥΑ 2/42529/0022/2002 χορηγήθηκε η επίμαχη ειδική παροχή. Με την κρίση αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 και εκείνες των άρθρων 341, 345 Α.Κ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την διάταξη αυτής για την έναρξη της τοκογονίας της απαίτησης των αναιρεσίβλητων έναντι του αναιρεσείοντοςκαι να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επί του θέματος αυτού κρίση στο Δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αυτών, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 περ. β' του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5963/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: http://www.pospid.gr
ΜΙΜΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥΔΗΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΑΒΕΛΗ
Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου